Δεν χιόνησε  ποτέ στη Νέτα Αμμοχώστου

 

Δεν πήγα στο γραφείο τις τελευταίες τρεις μέρες. Το χιόνι με απέκλεισε κι εμένα και πολλά εκατομμύρια εργαζομένων στην πόλη. Το Λονδίνο παρέλυσε κυριολεκτικά, αφού δεν υπήρχαν τρένα, ούτε λεωφορεία και δεν μπορούσαν να κυκλοφορήσουν αυτοκίνητα. Δούλεψα βέβαια το ίδιο σκληρά στο σπίτι, με τις κουρτίνες του δωματίου μου τραβηγμένες στην άκρη έτσι που να μπορώ να βλέπω τις νιφάδες να πέφτουν και να στοιβάζονται, να σκεπάζουν τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, τους κήπους και τα δέντρα στις αυλές και τα πεζοδρόμια.
Τη Δευτέρα και την Τρίτη κανένας δεν πήγε στη δουλειά και όλοι αξιοποίησαν την... ουρανοκατέβατη ευκαιρία για ένα εκτεταμένο τριήμερο οικογενειακής συνεύρεσης και χαλάρωσης. Ιδιαίτερα τα παιδιά τρελαμένα από χαρά που δεν πήγαν σχολείο, εκτοξεύονταν απ' όλες τις πλευρές στο δρόμο μπροστά μου κι έπαιζαν χιονοπόλεμο μεταξύ τους και πόζαραν για αναμνηστικές φωτογραφίες με τους γονείς τους, αγκαλιασμένοι με χιονάνθρωπους, γλιστρώντας με αυτοσχέδια έλκηθρα φτιαγμένα πρόχειρα από κομμάτια ξύλων ή λαμαρίνας.
Ομολογώ ότι αρκετές μαμάδες, σαραντάρες οι πιο πολλές -αφού εδώ στην Αγγλία παντρεύονται αργότερα απ’ τις δικές μας- είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν ευχάριστη η έκπληξη να διαπιστώσω ότι έχω τέτοιες ωραίες γειτόνισσες.
Ύστερα, κάποια στιγμή κτύπησε την πόρτα μου η σπιτονοικοκυρά μου, η κυρία Αντιγόνη, και μου έφερε καφέ και τον έβαλε δίπλα στο κομπιούτερ και γύρισα και την κοίταξα και ήταν κλαμένη και περίλυπη. Τη ρώτησα τι έχει και μου είπε, άμα βρω ώρα, να κατέβω κάτω κι έχει κάτι να μου πει. Κατέβηκα στο καθιστικό σύντομα μετά και μου είπε ότι της τηλεφώνησαν ότι πέθανε ο αδελφός της, ο Ανδρέας, και ότι θα τον θάψουν την επομένη, χθες Τετάρτη, δηλαδή, στα Κάτω Πολεμίδια, όπου έζησε μετά την προσφυγιά.
Έκλαιγε η κυρία Αντιγόνη και τα δάκρυά της κατρακυλούσαν από το χλομό της πρόσωπο πάνω στο πουκάμισό της κι απ’ εκεί κάτω στο χαλί και τη ρώτησα πώς πέθανε και μου είπε πέθανε στον ύπνο του και της είπα να μη λυπάται, γιατί ο Ανδρέας είχε έναν καλό θάνατο και μου είπε ότι τις τελευταίες μέρες ήταν αναστατωμένος πολύ, μετά που παραδέχτηκε στην τηλεόραση εκείνος ο Τούρκος ηθοποιός ότι σκότωσε στην εισβολή δικούς μας στρατιώτες. Μου είπε η Αντιγόνη ότι ο Ανδρέας πέθανε από το μαράζι του γιατί δεν βρέθηκε ακόμα ο αγνοούμενος γιος του ο Σαμψών που ήταν δόκιμος ανθυπολοχαγός το ΄74 και που χάθηκε πολεμώντας στη Μια Μηλιά.
Της κράτησα συντροφιά για λίγη ώρα και μου μίλησε για τον αδελφό της τον Ανδρέα που κόντευε τα ογδόντα και που για 35 χρόνια δεν έβγαλε τα μαύρα από πάνω του και δεν ξύρισε τα άσπρα του γένια. Μου είπε ότι είχε δέκα χρόνια να τον δει και ότι τον είδε για τελευταία φορά όταν πέθανε η μάνα τους και μου είπε ακόμα ότι χάρηκε γιατί θα τον θάψουν στο μνήμα της μάνας τους και του πατέρα τους και είναι ο καλύτερος τόπος να σε βάζουν άμα πεθάνεις.
Έξω έπεφτε ακόμα το χιόνι και οι γείτονες στη Lyndhurst Avenue στο Friern Barnet γελούσαν κι έπαιζαν ανυποψίαστοι, αλλά μέσα η κυρία Αντιγόνη έκλαιγε τον αδελφό της, τον Ανδρέα, και μου έδειχνε παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες από τη Νέτα το μικρό χωριό της Αμμοχώστου, δίπλα στη θάλασσα της Καρπασίας, όπου δεν χιόνισε ποτέ και όπου τα δέκα αδέλφια της γεννήθηκαν και μεγάλωσαν πριν σκορπιστούν στον κόσμο.

Πηγή: Εφημερίδα Σημερινή Εξ Αφορμής- Μάριος Δημητρίου 5/2/2009

                                                                                        

 

 

 

Τρείς τα ξημερώματα και έβρεχε με το τουλούμι

Έτσι, λοιπόν, η σπιτονοικοκυρά μου η κυρία Αντιγόνη έζησε στο Λονδίνο το θάνατο του αδελφού της του Ανδρέα, που κηδεύτηκε προχθές στα Πολεμίδια. Θέλω δεν θέλω, έζησα κι εγώ τη θλίψη της. Την άκουσα να μιλά με τις αδελφές της στο τηλέφωνο για τον Ανδρέα, που έφυγε στα ογδόντα του απαρηγόρητος, γιατί δεν βρέθηκε κανένα ίχνος μέχρι τώρα από τον αγνοούμενο γιο του, τον Σαμψών, το λεβεντόπαιδο των ΛΟΚ που χάθηκε το ΄74 πολεμώντας στη Μια Μηλιά. Την είδα για πρώτη φορά, μέσα στον ενάμιση χρόνο που μου ενοικιάζει δωμάτιο, να κάθεται περίλυπη με τα φώτα χαμηλωμένα και με την τηλεόραση κλειστή, αδιάφορη για την αγαπημένη της τηλεοπτική σειρά, τους Eastenders. Έβγαλε απ’ την ντουλάπα το πιο πολύτιμο κειμήλιο του σπιτιού, το άλμπουμ με τις οικογενειακές φωτογραφίες από τις μακρινές μέρες στη Νέτα Αμμοχώστου, το μικρό χωριό πάνω στη θάλασσα της Καρπασίας όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε μαζί με τα δέκα της αδέλφια, πριν μεταναστεύσει στο Λονδίνο. Ο Ανδρέας έλειπε απ’ το άλμπουμ, όμως ήταν εκεί η μάνα της η Αναστασία, πάντα με τη μαύρη της κουρούκλα και τα μαύρα φουστάνια της, μαυροφορούσα από τα 15 της χρόνια που έμεινε ορφανή από πατέρα, όπως μου είπε η κυρία Αντιγόνη (Τη μοναδική φορά που η Αναστασία φόρεσε κάτι χρωματιστό, ήταν τη μέρα της κηδείας της. Λίγες βδομάδες πριν, έκοψε από την αυλή ένα ροζ λουλούδι και είπε της κόρης της της Αντιγόνης να της ράψει ένα φόρεμα σε αυτό το χρώμα και με αυτό να τη βάλουν στο χώμα, και η επιθυμία της βέβαια ικανοποιήθηκε).
Μου έδειξε η κυρία Αντιγόνη και φωτογραφίες του πατέρα της του Μιχαήλη, με τη βράκα του και το λεπτό του μουστακάκι, που τη δεύτερη εισβολή έκοψε μέσα στη Νέτα και δεν πρόλαβε να φύγει όπως οι άλλοι της οικογένειας και έτσι, όταν κατέλαβαν οι Τούρκοι το χωριό, ο Μιχαήλης κρύφτηκε με μερικούς συγχωριανούς του δώδεκα μερόνυχτα σε μια σπηλιά και έβγαινε μόνο άμα σκοτείνιαζε για να βρει κάτι να φάει, και το μόνο που έτρωγε ήταν «μούττες» της σκοινιάς και τον βρήκαν τελικά άντρες των Ηνωμένων Εθνών και τον έσωσαν και τον μετέφεραν σκελετωμένο κι ετοιμοθάνατο στο νοσοκομείο. Μέσα στο άλμπουμ ήταν και μια φωτογραφία της Αντιγόνης τη μέρα που έφευγε από τη Νέτα μετανάστρια στην Αγγλία· ήταν κοπελίτσα 19 χρονών και ήταν χειμώνας του 1955 και ήταν τρεις τα ξημερώματα και έβρεχε με το τουλούμι και στεκόταν στην αυλή, λίγο πριν μπεί στο λεωφορείο για το λιμάνι της Λεμεσού και ήταν χωμένος μες στο φουστάνι της και την κρατούσε σφιχτά από το χέρι το μικρό αγοράκι, ο Σαμψών, ο γιος του αδελφού της του Ανδρέα, που είχε ξεπεταχτεί από το σπίτι μόλις άκουσε την καμπάνα και είχε τρέξει κοντά της κλαίγοντας και την παρακαλούσε να μη φύγει, κι έτσι τους απαθανάτισε με το φακό του ο πρώτος της ξάδελφος ο Βαρνάβας. Μου είπε, η κυρία Αντιγόνη, ότι τόσο πολύ συγχύστηκε και συγκινήθηκε και λυπήθηκε το μικρό της ανεψάκι, που μπήκε στο λεωφορείο και ξέχασε να πάρει μαζί της τη βαλίτσα της και ξεπάγιασε πάνω στο πλοίο χωρίς παλτό ή κάποιο χοντρό ρούχο· άσε που την έπιασε και ναυτία μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα τις πέντε μέρες που κράτησε το ταξίδι μέχρι το Καλαί και απ’ εκεί στο σταθμό Βικτώρια του Λονδίνου.

Πηγή: Εφημερίδα Σημερινή Εξ Αφορμής- Μάριος Δημητρίου 6/2/2009

---------------------------------------------------------------------------