ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΛΒΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑ ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ «ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ»

 

 

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 1

 

…Την άλλη μέρα κατά το απόγευμα, μαζευτήκαμε πάλι στο καφενείο. Είχαν πάψει πια και τα αστεία. Ο χρόνος έπαιρνε αργές στροφές. Το νόημα της ζωής, έπαψε να παράγει όμορφα συναισθήματα. Η ζωή για μας σταμάτησε στις 15 Αυγούστου, μετά την εκκλησία. Οι κουβέντες όλες μετρημένες και μόνο οι απαραίτητες. Οι νέοι σχεδίαζαν την απόδραση και οι μεγάλοι σκέφτονταν τα παιδιά και τα εγγόνια.

Για μια στιγμή ένα βουητό από τα δυτικά του χωριού απορρόφησε την προσοχή μας. Ήταν μια φάλαγγα από αυτοκίνητα, στρατιωτικά και πολιτικά. Στο πρώτο όρθιος  ένας Τούρκος αξιωματικός. Δίπλα του κόρδωνε ένας μισέλληνας πρώην αστυνομικός της αγγλοκρατίας, με τη «μεγάλη» του στολή! Και πίσω άλλα και άλλα.

« Έφτασε το τέλος μας, είπα μέσα μου. Θα πάμε σαν αρνιά στη σφαγή. Αχ! οι άτιμοι τι μας έκαναν». Τα σκεφτόμουν όλα αυτά και τα ρούχα μου δεν με χωρούσαν.

Το πρώτο αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του καφενείου. Κατέβηκε κάτω βιαστικά ο Ντερβίσιης, όπως τον έλεγαν.

-         Εσύ έλα και σε θέλουμε, φώναξε τον πατέρα μου.

Πάει όλα τέλειωσαν είπα. Θα τον σκοτώσουν μπροστά στα μάτια μου. Σηκώθηκε. Έκανε αργά βήματα. Κατάλαβα ότι προσπαθούσε, να κερδίσει χρόνο.

Στο μεταξύ να και ένας καλός φίλος Τούρκος, ο Έμιν, γεωργός από ένα διπλανό χωριό. Ήταν πατατοπαραγωγός. Τον είχα γνωρίσει πριν από δυο-τρεις μήνες στο Συμβούλιο πατατών στην Αμμόχωστο. Εκεί έφερνε τη σοδειά του να την πουλήσει. Τον είχα βοηθήσει μια δυο φορές να τελειώνει γρήγορα. Γι΄ αυτόν η ασήμαντη βοήθειά μου, ήταν μεγάλη υποχρέωση. Έτσι κρατήσαμε μια καλή φιλία. Με κάλεσε στο σπίτι του και πήγα. Φάγαμε και ήπιαμε μαζί.

Έτρεξε κοντά μου. Ήταν ντυμένος με στρατιωτικά, και έφερε το βαθμό του λοχία.  Συγκινήθηκε. Με αγκάλιασε και μου ψιθύρισε, να μην φοβάμαι και πως ό,τι θέλω, από τρόφιμα εννοούσε, θα μου φέρει. Δύσκολες φιλίες σε δύσκολους καιρούς!!!

Στο μεταξύ στήσανε τον πατέρα μου στον τοίχο. Ο Τούρκος, πρώην αστυνομικός της αγγλοκρατίας τον έβριζε χυδαία. Όπλισαν. Άκουσα το κλείστρο να κτυπά.

-         Θεέ μου, τι θα γίνει είπα. Θα μας σκοτώσουν όλους.

-         Εμίν, τρέξε. Στήσανε τον πατέρα μου στον τοίχο. Θα τον σκοτώσουν.

      Ο Έμιν έτρεξε αμέσως. Μίλησε στον Τούρκο αξιωματικό. Τούρκικα δεν ήξερα για να καταλάβω τι έλεγε, όμως ο πατέρας μου ήρθε κοντά μας. Ανάσανα.

       Ο Έμιν ξαναγύρισε κοντά μου. Τον ευχαρίστησα.

-         Κοίτα, μου λέει. Δεν θα αφήσουμε να πέσει τρίχα από το κεφάλι σας. Να ξέρεις πως είμαι δίπλα σου, μα τον Αλλάχ…

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ 2

             

         ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ

…Οι κάμποι και τα όμορφα δάση που κυνηγούσαμε, μια όμορφη πηγή που μας δρόσιζε, η χρυσίζουσα παραλία του χωριού ήταν η συντροφιά μας ως τη στιγμή, που το φορτηγό τράβηξε βόρεια. Ήταν όλες αυτές οι περιοχές όμορφες και γεμάτες αναμνήσεις από το κυνήγι. Προπαντός ένα βουνό στη μέση του κάμπου, ο Μεσόβουνος, που υψωνόταν αγέρωχα, με πλούσια θαμνώδη βλάστηση. Ήταν ένα βουνό πολύ φιλόξενο για τους  κυνηγούς και τους επιφύλασσε εκπλήξεις,  όταν έψαχναν για θήραμα με ένα καλό σκυλί.

 

Προχωρήσαμε μέσα από μια κοιλάδα και πατήσαμε το δρόμο προς τη Γαληνόπορνη, ένα χωριό τούρκικο.  Περάσαμε πρώτα μέσα από ένα άλλο τουρκοχώρι, την Κορόβια. Σε μια στιγμή βλέπω τον πατέρα μου,  να πιάνεται με δυσκολία από τα σίδερα του «τρελού» φορτηγού και να σηκώνεται όρθιος. Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι τον ήξεραν. Ήθελε να τον δουν.  Δεν είχε καταλάβει, ότι οι απλοϊκοί κάτοικοι του χωριού, το μόνο που μπορούσαν να μας προσφέρουν, ήταν η ανθρώπινη συμπόνια τους.

 

Στην πρώτη φυλακή

 

Σε λίγο φτάναμε στη Γαληνόπορνη. Μια παλιά αποθήκη σιτηρών, με μια βαριά σιδερένια, πτυσσόμενη πόρτα, άνοιγε για να μας υποδεχτεί! Μάθαμε και ποιος ήταν ο φύλακάς μας. Ένας Τούρκος πάνω από εξήντα με ένα μάτσο κλειδιά στο χέρι. Μας πέταξε από μια κουβέρτα, έκλεισε την πόρτα,  την διπλοκλείδωσε ... Και αμέσως μετά κοιτούσε ο ένας τον άλλο…

 

 

Δρ Στέλιος Πέτρου

 Καθηγητής Πανεπιστήμιο Φρέντερικ